Ασχολίες κατοίκων

Το χωριό Ψιμολόφου έχει σήμερα γύρω στους 1800 κατοίκους, από τους οποίους το 28% περίπου είναι πρόσφυγες μετά την Τούρκικη εισβολή του 1974.

Παρόλο που η γη η οποία περιβάλλει το χωριό είναι πολύ εύφορη και παλαιότερα πολλοί από τους κατοίκους ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, βλέπουμε σήμερα τους περισσότερους να εργάζονται στη Λευκωσία σε δικές τους δουλειές ή να είναι υπάλληλοι – ιδιωτικοί, κυβερνητικοί, εκπαιδευτικοί.

Οι πολλές εκτάσεις με τις καϊσιές και χρυσομηλιές έχουν πια χαθεί, είτε λόγω της συνεχιζόμενης ανομβρίας είτε γιατί έγιναν οικόπεδα. Οι παραδοσιακοί γεωργοί έχουν πια εκλείψει. Τους διαδέχθηκαν οι παραγωγοί λαχανικών που και αυτοί τώρα αντιμετωπίζουν σοβαρότατο πρόβλημα, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και της χαμηλής τιμής των προϊόντων. Στην Κοινότητα υπάρχουν και βιοτεχνίες επιπλοποιίας, ξυλουργίας, υποδηματοποιίας καθώς και κτηνοτροφικές μονάδες με εκτροφή γουρουνιών, αλόγων, αγελάδων, προβάτων και πουλερικών.


Τα βυρσοδεψεία

Παλαιότερα η οικονομία του χωριού, εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία στηριζόταν στην επεξεργασία των δερμάτων. Στο χωριό υπήρχαν πέντε καλά συγκροτημένα βυρδοσεψεία, τα οποία κατεργάζονταν τεράστιες ποσότητες δερμάτων. Στα βυρσοδεψεία απασχολούνταν οι πιο πολλοί από του κατοίκους, τουλάχιστον τους καλοκαιρινούς μήνες. Τα δέρματα στέλνονταν στο εξωτερικό ή κατασκεύαζαν «βούρκες» και «ποϊνες» για την ντόπια αγορά. Για την κατεργασία των δερμάτων χρησιμοποιούσαν το «ρούδι» ένα φυτό που ευδοκιμεί στα χωριά Πιτσιλιάς, και τον ασβέστη. Τόσο στο «ζουμί» του ρουδιού που ήταν μαύρο, όσο και ο ασβέστης είχαν αντισηπτικές ιδιότητες και κανένα μικρόβιο δεν μπορούσε να επιβιώσει στην περιοχή των βυρσοδεψείων. Διηγούνται μάλιστα παλαιότεροι ότι στα παλιά τα χρόνια που μολυσματικές αρρώστιες θέριζαν τα χωριά, στην Ψιμολόφου, δεν μπήκε ποτέ ούτε η πανώλης (πανούκλα), ούτε η μαλάρεια. Παράλληλα με την επεξεργασία των δερμάτων αναπτύχθηκε όπως ήταν φυσικό και η εμπορία του μαλλιού των προβάτων και του μαλλιού των αίγων (τριχάρκα). Δεκάδες γυναίκες του χωριού έκλωθαν το μαλλί με τους αδρακτάδες και κυρίως «κατσιών» που χρησιμοποιούσαν σαν πρώτη ύλη το μαλλί της βυρσοδεψίας της Ψιμολόφου.